Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 88ΠΑΡ2 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Μέχρι τη λειτουργία του δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ 2 του Σ η νομολογία αντιμετώπισε το ζήτημα της ανισότητος που προκληθπκε στα μισθολογικά και συνταξιοδοτικά θεματα των δικαστών με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του Συντάγματος. Αυτό δεν συνέβη σε καμιά περίπτωση (πλην της 1/2005 Αποφασεως) στις υποθέσεις που δίκασε το δικαστήριο . Σχεδόν στο σύνολό τους οι υποθέσεις που επελήφθη το Δικαστήριο ήσαν αγωγές αποζημιώσεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σε βάρος του δημοσίου, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες δικαστικοί λειτουργοί ισχυρίσθηκαν ότι, προκύπτει ευθύνη προς αποζημίωση του Ελληνικού Δημοσίου, από την εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια κατά το Σύνταγμα της όργανα, όταν η νομοθέτηση αυτή γίνεται σε αντίθεση προς υπερκείμενους και επικρατούντες κανόνες δικαίου (ΣτΕ 3587/97, 1141/99, 5/2001). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 914, 298 και 937 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί αδικοπραξίας, από την εκδήλωση του ζημιογόνου γεγονότος, γεννιέται, υπέρ εκείνου που ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης, για όλη, και τη μέλλουσα, προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ζημία (ΑΠ 1921/1988, ΝοΒ 1989. 1035, ΑΠ 317/1958, ΝοΒ 1958. 980, πρβλ. ΑΠ 316/1986, ΝοΒ 1987. 26). Προκειμένου περί αδικοπραξίας που δημιουργεί παράνομη κατάσταση, η διάρκεια της παράνομης αυτής κατάστασης δεν ανάγεται στους όρους υπό τους οποίους γεννιέται το δικαίωμα αποζημίωσης, αλλά έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης, συνεπώς, υφίσταται μία και όχι περισσότερες κατ' εξακολούθηση (παράνομες) πράξεις (ΑΠ 317/1958). Η θέσπιση κανόνων δικαίου που έρχονται σε αντίθεση με υπερκειμένους, καθιερωμένους και επικρατούντες κανόνες δικαίου και ιδίως του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος όπως έχει ερμηνευθεί, ή των κανόνων δικαίου που έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, δημιουργεί αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου από τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (Ολ. ΑΠ 13/1991, ΣτΕ 3587/1997, 1141/1999). Ακολουθεί συνοπτική αναφορά στις εκδοθείσες Αποφάσεις του Δικαστηρίου του άρθρου 88παρ 2Σ:
1. Οι Απόφασεις: 1/2005 και 36/2006 ΕΙΔ. ΔΙΚ. ΑΡΘ. 88 Σ
Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 του Σ. Αρμοδιότητά του για την εκδίκαση διαφορών σχετικών με τις αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών. Αντισυνταγματική, κατ’ άρθρο 88παρ 2 Σ, η ευνοϊκότερη μισθολογική αντιμετώπιση των λειτουργών του ΝΣΚ έναντι των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, εν όψει και του άρθρου 100Α Σ. Αδικοπρακτική αποζημίωση δικαστή λόγω παράνομης νομοθέτησης κανόνα αντίθετου με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ 2 Σ και εντεύθεν κρίθηκε παράνομη νομοθέτηση αποδοχών δικαστικού αντιπροσώπου ΝΣΚ, σε σχέση με τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών Αντικειμενική ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση ή μη διατάξεων αντικειμένων σε υπερκειμένους κανόνες δικαίου . Πενταετής παραγραφή της αξίωσης κατά του Δημοσίου . Υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει τόκους υπερημερίας, το ύψος των οποίων ανέρχεται στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας , από την επίδοση αναγνωριστικής αγωγής . Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της απαξίωσης από την εφαρμογή αντισυνταγματικής διάταξης. (Μειοψηφία) Οφείλονται τόκοι μόνον επί καταψηφιστικής αγωγής. Όλες οι αξιώσεις που αφορούν δημ. υπαλλήλων υπόκεινται συλλήβδην σε διετή παραγραφή
2. Η Απόφαση 4/2006,27/2006,28/2006,29/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88Σ
Ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών ως εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους. Αδικοπρακτική αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, δικαστή λόγω παράνομης νομοθέτησης. Η επέμβαση του κοινού νομοθέτη στο συνταξιοδοτικό καθεστώς του δικαστού είναι επιτρεπτή, μόνον εφ΄ όσον διατηρείται μία σταθερή αναλογία μεταξύ των συνταξίμων αποδοχών και των αποδοχών ενεργείας αυτού.. Κρίση ότι η παγία αποζημίωση λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς των υπηρεσιών των δικαστών (πολύωρη παραμονή στην έδρα, απασχόληση χωρίς ωράριο εργασίας, κλπ.) του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2521/1997, αποτελεί σημαντικό μέρος των αποδοχών τους και ότι, κατά συνέπεια, ο μη συνυπολογισμός της στις συντάξιμες αποδοχές αυτών, προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Σ. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 7 του Ν. 3075/2002, καθ΄όσον απαγορεύει την αναζήτηση αναδρομικών ποσών από τους ενδιαφερομένους, για το προ της 1.1.2003 χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν γεγεννημένες αξιώσεις κατά του δημοσίου, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Η αναγνωριστική αγωγή που στρέφεται κατά του δημοσίου, έχουσα ισότιμη προστασία με την κατά του αυτού ως άνω διαδίκου ως η καταψηφιστική αγωγή, παράγει, και αυτή, τόκους. Η διάταξη του άρθρου 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 η οποία καθορίζει το νόμιμο και της υπερημερίας επιτόκιο σε ποσοστό 6% ετησίως, αντίκειται στο Σύνταγμα και ειδικότερα στην αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και τα πολιτικά δικαιώματα. Δεν εφαρμόζεται στην αγωγή αποζημιώσεως η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του πδ 166/2000 «Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» δε μη τήρηση της διαδικασίας δεν επηρεάζει το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως. (Μειοψηφία) Η ένδικη διαφορά δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου, παραπομπή στο ΕΣ.
3. Οι αποφάσεις 5/2006 και 7/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88Σ
Ειδικό Δικαστήριο άρθρου 88 Σ. Αγωγή αποζημίωσης συνταξιούχου δικαστή κατά άρθρο 105 ΕισΝΑΚ . Στις συντάξιμες αποδοχές από 1997 έως 2002 δεν υπολογίστηκε η πάγια αποζημίωση του ν. 2521/97. Αρμοδιότητα. Προϋποθέσεις παραδεκτού. Δεν απαιτείται η προηγούμενη προσβολή της πράξεως κανονισμού συντάξεως με το οικείο ένδικο βοήθημα και αναγνώριση της παρανομίας από ΕΣ. Βάσιμη η αγωγή. Ευθύνη του Δημοσίου, προς αποκατάσταση ζημίας, ίσης με το ποσό που ο ίδιος θα ελάμβανε ως διαφορά συντάξεως από 1.9.1997 έως 31.12.2002. Το άρθ. 10 παρ. 7 του ν. 3075/2002, που απαγορεύει την αναζήτηση αναδρομικών για το προ της 1.1.2003 χρονικό διάστημα, είναι αντίθετο στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Διακοπή παραγραφής. Άσκηση αναγνωριστικής αγωγής. Συνέπειες. Αποτελεί όχληση του οφειλέτη. Οφείλονται τόκοι επιδικίας, από της επιδόσεως στο Δημόσιο, κατά τον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας και όχι με 6%. Παραπέμπει στην διοίκηση για υπολογισμό οφειλομένων.(Μειοψηφία) Αρμοδιότητα ΕΣ για ότι αφορά το παρελθόν.
4. Η Απόφαση 13/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88Σ
Ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών. Υποχρέωση της Πολιτείας προς καταβολή σε αυτούς, κατ’ επιταγή του άρθρου 88 παρ.2 Σ, αποδοχών όχι κατωτέρων από τις αποδοχές των άλλων οργάνων των δύο άλλων κρατικών λειτουργιών (νομοθετικής και εκτελεστικής). Κρίθηκε ότι ο πρόεδρος της Ε.Ε.Τ.Τ., ο οποίος είναι ανώτατος δημόσιος λειτουργός που προΐσταται Αρχής ενταγμένης στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας , ελάμβανε, υπό μορφή αποζημιώσεως, κατά πολύ ανώτερες αποδοχές έναντι των προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, που είναι οι επί κεφαλής της τρίτης πολιτειακής λειτουργίας. Το πραγματικό γεγονός και μόνον, ότι με την ως άνω ρύθμιση, κατά την ένδικη περίοδο, οι αποδοχές του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ., ως σύνολο λαμβανόμενες, ανήλθαν σε ύψος ανώτερο από αυτές των τριών προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, έχει ως συνέπεια την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, λόγω της α) κατά παράβαση του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος νομοθέτησης των αποδοχών του ανωτέρω, αλλά και β) εκ της παραλείψεως των οργάνων της νομοθετικής εξουσίας να θεσπίσουν ρύθμιση με την οποία οι αποδοχές των τριών προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων ανέρχονταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον στο αυτό ύψος με τις αποδοχές του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ., οι δε αποδοχές των λοιπών δικαστικών λειτουργών διαβαθμίζονταν αναλόγως. Εξ άλλου δεν υφίσταται αλλά και δεν απαιτείται να αναζητηθεί οποιαδήποτε αντιστοιχία των προϋποθέσεων και των συνθηκών άσκησης του λειτουργήματος των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και των λοιπών δικαστικών λειτουργών με αυτό του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ αφού αποτελεί όργανο της εκτελεστικής λειτουργίας και η αμοιβή καθορίσθηκε ανώτερη των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά παράβαση της Συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 88παρ 2Σ . Είναι δε, εν όψει των ανωτέρω, απορριπτέα τα προβαλλόμενα από το Δημόσιο περί του ότι δεν μπορεί να γίνει σύγκριση των αποδοχών του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ. με αυτές των δικαστών γιατί, όπως προβάλλεται, οι αποδοχές στην Ε.Ε.Τ.Τ. αποτελούν κίνητρο για την προσέλκυση ικανών στελεχών από τον ιδιωτικό τομέα και ότι μετά τη λήξη της θητείας του ο πρόεδρος θα επιστρέψει στην ανασφάλεια του ιδιωτικού τομέα από τον οποίο αποκόπτεται όσο διάστημα υπηρετεί στην Ε.Ε.Τ.Τ. Οι αποδοχές των τριών προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, σύμφωνα και με τα προεκτιθέμενα, αποτελούν την οροφή του ειδικού μισθολογίου των δικαστών, προς εξασφάλιση δε της δικαστικής ανεξαρτησίας πρέπει πάντοτε να διατηρείται αναλογία με τις κατώτερες βαθμίδες της δικαστικής ιεραρχίας (ΣτΕ 1688/1991).Εξάλλου η παροχή περαιτέρω ειδικών κινήτρων από την Πολιτεία για την στελέχωση των υπηρεσιών της εκτελεστικής λειτουργίας, με τα κατάλληλα πρόσωπα ειδικών προσόντων και κύρους δεν μπορεί να οδηγεί ευθέως στην παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 88 παρ 2 του Συντάγματος ,όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από την παγία νομολογία των δικαστηρίων. Όπως ήδη έχει κριθεί, με την 1/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού: Α) Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος, επιβάλλεται, πάντοτε και χωρίς καμιά απολύτως παρέκκλιση να είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους, με την έννοια ότι οι αποδοχές αυτών, ως φορέων της τρίτης ανεξάρτητης πολιτειακής εξουσίας, πρέπει να είναι σαφώς, κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος, διακεκριμένες και αυξημένες έναντι όλων των άλλων λειτουργών ή υπαλλήλων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις άλλες δύο λειτουργίες του πολιτεύματος, χωρίς καμιά απολύτως εξαίρεση ή παρέκκλιση. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είχε κανένα νόημα η επιταγή του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος. Β) Η θέσπιση κανόνων δικαίου, που έρχονται σε αντίθεση με υπερκειμένους κανόνες δικαίου, όπως διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος ή των κανόνων δικαίου που έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, δημιουργεί αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Παραπέμπει, κατά τα λοιπά, προς εκδίκαση, την υπό κρίσιν αγωγή στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. (Μειοψηφία) Η πολιτεία, δεν εμποδίζεται από το Σύνταγμα να καταβάλλει αποδοχές κατά περίπτωση υψηλότερες από εκείνες που καταβάλλει σε δικαστικούς λειτουργούς , σε άλλους κρατικούς λειτουργούς, αν οι τελευταίοι αυτοί τελούν σε καθεστώς διάφορο από εκείνο των δικαστικών λειτουργών , χωρίς να είναι υποχρεωμένη στην περίπτωση αυτή να καταβάλει τις υψηλότερες αυτές αποδοχές και στους δικαστικούς λειτουργούς………..
5) Αριθμός 17/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88Σ
Η επίλυση του σχετικού νομικού ζητήματος μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων. Το Δικαστήριο αποφαίνεται κυριαρχικώς για το νομικό ζήτημα αν δηλαδή γεννιέται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, από το γεγονός ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να καθορίσει, ότι οι χορηγούμενες στον Πρόεδρο της Ε.Ε.Τ.Τ. αποδοχές καταβάλλονται και στους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων και κατ’ αναλογία και στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς. Η αρχή της ισοτιμίας των συντεταγμένων εξουσιών, που καθιερώνεται με τα άρθρα 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, δεν έχει την έννοια ότι οι αποδοχές όλων όσοι ασκούν, ως φορείς ή όργανά τους, δημόσια λειτουργήματα και αξιώματα, πρέπει να είναι κατ’ ανάγκη του αυτού ύψους. Οι αποδοχές καθενός πρέπει να προσδιορίζονται όχι μόνο με βάση την ιδιότητά του ως οργάνου συντεταγμένης εξουσίας αλλά και με βάση τις συνθήκες που είναι σύμφυτες με την άσκηση κάθε λειτουργήματος ή αξιώματος. Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, κατά τη θέληση του συντακτικού νομοθέτη, πρέπει να είναι υπέρτερες από τις αποδοχές κάθε άλλου δημόσιου λειτουργού ή υπαλλήλου που κατέχει οργανική θέση και σταδιοδρομεί στο Δημόσιο, οποιαδήποτε θέση και αν αυτός κατέχει. Το Σύνταγμα όμως δεν εμποδίζει το νομοθέτη ούτε την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση να καθορίζουν αποδοχές δημόσιων λειτουργών ή υπαλλήλων υψηλότερες κατά περίπτωση από τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών εφόσον οι πιο πάνω λειτουργοί ή υπάλληλοι τελούν σε καθεστώς διαφορετικό από το καθεστώς των δικαστικών λειτουργών, χωρίς να είναι υποχρεωτικό να καταβάλλονται στην περίπτωση αυτή οι υψηλότερες αυτές αποδοχές και στους δικαστικούς λειτουργούς. Δεν υπάρχει υποχρέωση από το Σύνταγμα να καταβληθούν στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και κατ' αναλογία στους άλλους δικαστές οι αποδοχές που, κατά τα ανωτέρω, χορηγούνται στον Πρόεδρο της Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, ο οποίος καμιά σταδιοδρομία δεν ακολουθεί στην Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή γιατί οι αποδοχές του Προέδρου της πιο πάνω Επιτροπής συνάπτονται προς τις ειδικές συνθήκες ασκήσεως του λειτουργήματός του. Οι αποδοχές φέρουν προδήλως τον χαρακτήρα κινήτρου. Υπό τις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες, δεν εμποδίζεται ο νομοθέτης να προσδιορίζει κατά περίπτωση τις αμοιβές των Προέδρων Ανεξάρτητων Αρχών ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, δεδομένου ότι πρόκειται για αμοιβές που ευθυγραμμίζονται με τις απαιτήσεις της αγοράς αυτής και δεν σχετίζονται με την αξιολόγηση δημόσιου λειτουργήματος. Οι ανωτέρω ειδικές συνθήκες και λόγοι που δικαιολογούν την χορήγηση αυξημένων αποδοχών στον Πρόεδρο της Ε.Ε.Τ.Τ. δε συντρέχουν για τους δικαστικούς λειτουργούς Επομένως, η υπό κρίση αγωγή κατά την πρώτη βάση της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, Εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής θεωρεί ο συνταγματικός νομοθέτης και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας τη χορήγηση σε αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το λειτούργημά τους, ήτοι προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, και, συνεπώς, λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αποδοχών όχι κατώτερων από τις αποδοχές των αντίστοιχων οργάνων των άλλων λειτουργιών. Η παραβίαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, με τη χορήγηση αποδοχών σε λειτουργούς που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις άλλες λειτουργίες του Κράτους μεγαλύτερων από τις χορηγούμενες στους δικαστές, αποδοχές, έχει ως συνέπεια την κατ’ ευθείαν εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 88 του Συντάγματος,
Η σύγκριση, όμως, των αποδοχών του προέδρου πρωτοδικών με τις αποδοχές του γενικού διευθυντή δεν είναι εφικτή, δεδομένου ότι ο βαθμός του προέδρου πρωτοδικών δεν συνιστά ανώτατο βαθμό της δικαστικής ιεραρχίας. Η σύγκριση των αποδοχών δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν στην ανώτατη βαθμίδα της δικαστικής ιεραρχίας με τις αποδοχές δημόσιων υπαλλήλων που υπηρετούν στην ανώτατη βαθμίδα της υπαλληλικής ιεραρχίας, βασίμως, κατ’ αρχήν, προβάλλεται, εάν διαπιστωθεί ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί (Σύμβουλοι Επικρατείας, Αρεοπαγίτες και Σύμβουλοι Ελεγκτικού Συνεδρίου) ελάμβαναν αποδοχές κατώτερες των αποδοχών των Γενικών Διευθυντών ανακύπτει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση.Απορρίπτει την κρινόμενη αγωγή κατά τις δύο πρώτες βάσεις της. Απέχει να αποφανθεί οριστικώς ως προς την τρίτη βάση Επιβάλλει στο εναγόμενο Δημόσιο να αποστείλει στο Δικαστήριο τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό στοιχεία
(Μειοψηφία) Κατά την έννοια της διατάξεωςtoy aruoy 88Σ, εφόσον το Ειδικό Δικαστήριο επιλύσει νομικό ζήτημα που εμπίπτει, κατά τα ανωτέρω, στη δικαιοδοσία του, δεν επανέρχεται για νέα κρίση επ’ αυτού σε άλλη υπόθεση στην οποία τίθεται το ίδιο νομικό ζήτημα. Αντίθετη εκδοχή, που θα επέτρεπε την επ’ ευκαιρία οποιασδήποτε άλλης υποθέσεως επανεξέταση του αυτού ζητήματος, δεν θα ήταν σύμφωνη με το σκοπό της πιο πάνω αναθεωρημένης διατάξεως του Συντάγματος αφού θα οδηγούσε στον κίνδυνο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων για πρόσωπα που ανήκουν στον ίδιο ευρύτερο κύκλο, πράγμα που δεν συνάδει με τη συνταγματική αποστολή του Δικαστηρίου αυτού ως Ειδικού,θα έπρεπε το Δικαστήριο, υπό την παρούσα σύνθεσή του, να δεσμευτεί από την 13/2006 απόφαση με την οποία επιλύθηκε το νομικό ζήτημα που τίθεται και στην παρούσα υπόθεση.
6)Αριθμός18/2006 και 19/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88Σ
Η διάταξη του άρθρου 88παρ2 Σ αποκλείει ατομικές υποθέσεις ή υποθέσεις που αφορούν περιορισμένο αριθμό προσώπων και που δεν συνιστούν «συλλογικές» διαφορές, όπως είναι και των δικαστικών λειτουργών στους οποίους, ύστερα από αίτησή τους, χορηγείται εκπαιδευτική άδεια απουσίας στην αλλοδαπή.
7)Αριθμός 21/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88Σ
Εγγύηση προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας το Σύνταγμα θεωρεί και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας τη χορήγηση σ΄ αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το λειτούργημά τους. Ως αποδοχές νοούνται οι χορηγούμενες με οποιοδήποτε τρόπο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η θέσπιση ιδιαίτερης φορολογικής μεταχείρισής τους. Εν όψει αυτών καθώς και της εξίσωσης, με την από 22.12.1964 απόφαση της Βουλής, (διατηρηθείσα σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ζ/1975 Ψηφίσματος της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής, το οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου 111 του Συντάγματος, εξακολουθεί να ισχύει, εωσότου τροποποιηθεί ή καταργηθεί με νόμο), της βουλευτικής αποζημίωσης με τις αποδοχές των ανώτατων δικαστικών λειτουργών, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ/1975 Ψηφίσματος, με την οποία αυξήθηκε το καθαρό ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης με την απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος του μισού ποσού της, είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών των δικαστών, προς διαφύλαξη των συνταγματικών αρχών της διάκρισης των λειτουργιών, της ισοτιμίας και ισοδυναμίας αυτών και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας. Η σύνταξη των αποχωρούντων από την υπηρεσία δικαστών, η οποία, όπως και η σύνταξη των συνταξιούχων βουλευτών, οι ασφαλιστικές παροχές (κύριες και επικουρικές συντάξεις, μερίσματα κλπ) που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι δικαστές λόγω της ασφαλίσεώς τους κατά τη διάρκεια της δικαστικής τους υπηρεσίας σε διάφορα ασφαλιστικά ταμεία (Ταμείο Νομικών κ.ά), δεν υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση μαζί με τη σύνταξή τους από το Δημόσιο Ταμείο, αλλά φορολογούνται κατά τις γενικές διατάξεις, αθροιζόμενες με τυχόν άλλα εισοδήματά τους (π.χ. από ακίνητα, κινητές αξίες κ.λ.π.),έπρεπε να φορολογηθεί αυτοτελώς μόνον το άθροισμα της σύνταξης και του μισθού που καταβλήθηκαν στον προσφεύγοντα και, συνεπώς, να μην αθροισθούν με το ποσό της σύνταξης και το ποσό του μισθού, τα λοιπά εισοδήματα που απέκτησε κατά το ως άνω έτος και ειδικότερα, η σύνταξη από το Ταμείο Νομικών και το εισόδημα από ακίνητα.
8)Αριθμός 22/2006, ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88Σ
Στην δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου υπάγονται μόνο οι διαφορές από κύριες συντάξεις των δικαστικών λειτουργών. Αντιθέτως, οι διαφορές από παροχές των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως οι επικουρικές συντάξεις, που χορηγούνται από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως σε εκπλήρωση της υπό του Συντάγματος (άρθρο 22 παρ. 5) επιβαλλόμενης μέριμνας του Κράτους για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, υπάγονται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όχι δε στην δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου. Έλλειψη δικαιοδοσίας σχετικά με αναδρομική αναπροσαρμογή επικουρικής συντάξεως («αρωγής») δικαστικού λειτουργού
9)Αριθμός 34/2006, 35/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88Σ
Ο πρόεδρος της Ε.Ε.Τ.Τ., ο οποίος είναι ανώτατος δημόσιος λειτουργός που προΐσταται Αρχής ενταγμένης στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας, ελάμβανε, υπό μορφή αποζημιώσεως, κατά πολύ ανώτερες αποδοχές έναντι των προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας που είναι οι επί κεφαλής της τρίτης πολιτειακής λειτουργίας και συνεπώς το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωσή του, λόγω της παραβιάσεως του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από την πάγια νομολογία των δικαστηρίων (Ολ. ΣτΕ 3670/1994). Το νομικό αυτό ζήτημα που τίθεται στην υπό κρίσιν υπόθεση επιλύθηκε οριστικώς με την 13/2006 Απόφαση του δικαστηρίου αυτού ως εξής: «… ο πρόεδρος της Ε.Ε.Τ.Τ., ο οποίος είναι ανώτατος δημόσιος λειτουργός που προΐσταται Αρχής ενταγμένης στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας, ελάμβανε, υπό μορφή αποζημιώσεως, ανώτερες αποδοχές έναντι των προέδρων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας που είναι οι επί κεφαλής της τρίτης πολιτειακής λειτουργίας, της δικαστικής. Το πραγματικό γεγονός και μόνον ότι με την ως άνω ρύθμιση, κατά την ένδικη περίοδο, οι αποδοχές του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ., ως σύνολο λαμβανόμενες, ανήλθαν σε ύψος ανώτερο από αυτές των τριών προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, έχει ως συνέπεια την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, λόγω της, κατά παράβαση του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά και εκ της παραλείψεως των οργάνων της νομοθετικής εξουσίας να θεσπίσουν ρύθμιση με την οποία οι αποδοχές των τριών προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων ανέρχονταν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα τουλάχιστον στο αυτό ύψος με τις αποδοχές του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ., οι δε αποδοχές των λοιπών δικαστικών λειτουργών διαβαθμίζονταν αναλόγως.» (βλέπε και την 1/2005 Απόφαση του Δικαστηρίου αυτού). Κρίνεται δε ότι τα ανωτέρω ισχύουν με το δεδομένο μάλιστα ότι: «Προκειμένου να μπορούν οι δικαστές να ασκούν τα καθήκοντά τους με αποτελεσματικό τρόπο, πρέπει να εξασφαλίζονται οι κατάλληλες συνθήκες εργασίας, και ιδίως να εξασφαλίζεται ότι η κατάσταση και η αμοιβή των δικαστών τελούν σε αντιστοιχία προς το κύρος του λειτουργήματός τους και το βάρος των ευθυνών τους». (Βλ. απόφαση Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 26.4.2006 υπόθεση Zubko κ.α. κατά Ουκρανίας).